Monday, December 21, 2009

'Ενα χεράκι που χωράει όλον τον κόσμο


Είναι η πρώτη χρονιά φέτος που μετά τα παιδικά  μου χρόνια, αποφάσισα να νικήσω τη μελαγχολία των εορτών. Το έκανα με σύστημα. Αν και όσο το Jumbo μετρούσε τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα, εγώ χλεύαζα και ειρωνευόμουν τις γιορτές, ένα βράδυ στόλισα δέντρο. Και το χάρηκα. Από μόνη μου. Χωρίς να μου το επιβάλλουν οι συνθήκες.

*
Ύστερα, βγήκα νωρίς στους δρόμους, πριν φτάσουν οι απαγορευτικές μέρες και αγόρασα δώρα, πρωτα για μένα και μετά για τους άλλους. Το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανα, ήταν να συγχωρήσω τον εαυτόν  μου. Σε ό,τι με ενόχλησε. Και μετά συγχώρησα και μερικούς από τους άλλους. Γύρω μου. Αν και όταν φτάνω στο σημείο να συγχωρώ, έχω ήδη αποχωρήσει, είναι ωραία να φεύγω ανάλαφρη σαν πούπουλο.

*
Είναι η ελαφριά καρδιά που ανοίγει ένα λικεράκι βύσσινο και κεράσι σαν και τούτο που συνοδεύει το παρόν ποστ. Με ελαφρά τη καρδία, λοιπόν, κατάφερα να εγκαθιδρύσω ωραίες σχέσεις φέτος στη ζωή μου. Αυτό είναι το δικό μου βασίλειο. Πολύ ωραίους φίλους. Γοητευτικούς ανθρώπους. Κάποιους τους αποχαιρέτησα, με το δέοντα τρόπο, μελό είμαι το παράκανα, άλλους τους χάρηκα να τους βλέπω να ανοίγουν δρόμους καινούριους, ελεύθερους ορίζοντες στη ζωή τους, σαν τη Γ. και τη Χ. που βρήκαν το θάρρος και ξεφοβήθηκαν λίγο τον εαυτόν τους. Είμαι περήφανη γι' αυτές.

*


Κι όσο αλάφραινα εγώ τόσο αγρίευαν οι άλλοι. Στο δρόμο οι ζητιάνοι πλήθυναν ασύλληπτα. Είδα το πρόσωπο της γυναίκας που επαιτούσε με μαύρα ρούχα σκυμμένη στα γόνατα, χωρίς να κοιτάζει ποτέ τους περαστικούς. Σκληρό πρόσωπο. Είδα το πρόσωπο της βρώμικης πόλης. Σκουπίδια παντού. Χωρίς έλεος οι κάτοικοί της ασελγούν εις βάρος τους. Σκισμένες σακούλες που θα έπρεπε να είχαν όλοι κρατήσει στο μπαλκόνι τους, αλλά τελικά τις πέταξαν στα ίδια τους τα μούτρα. Αδίστακτα. Στο δρόμο δυο μεθυσμένοι κατρακυλούν στα βήματα τους. Πιο πέρα ένα παζάρι φρικτό στον Άγιο Νικόλαο, κάθε Σάββατο μεσημέρι που φτάνει μέχρι το βράδυ. Ήθελα να βγουν όλοι από τα γυαλιστέρα τους τζιπ με τα φιμέ τζάμια και να έρθουν μια βόλτα στο παζάρι, με τα άπλυτα μωρά με τα γυμνά πόδια που μπουσουλάνε στη μέση του δρόμου.
 *



Πιο πέρα, από την  τραβηγμένη κουρτίνα-σεντόνι του υπογείου, ξεπροβάλλει ένα σπίτι ντυμένο στα χαλιά, χωρίς έπιπλα, μόνο ό,τι έχει μαζευτεί από τα σκουπίδια κι ένα ψυγείο σκουριασμένο. Ντράπηκα που κοίταξα. Η γύμνια η δική μου απέναντι στους άλλους. Εγώ θα είμαι στο χωριό, στο ζεστό μο σπίτι, αγκαλιά με τους αγαπημένους μου, τρώγοντας γλυκό ψωμί, κι εκείνοι θα είναι μόνοι αφημένοι εδώ. Τα σκουπίδια μου είναι η ζωή τους. Χωρίς μελό εδώ. Σκέτη αλήθεια. Για όποιον θέλει να την αντικρύζει. Για όποιον. Οι άλλοι, ας μείνουν στα γυαλιστέρα τους πάρτι, με τα απαστράπτοντα χαμόγελα και τα κενά βλέμμματα. Εγώ θα χαμογελάω με το μικρούλι που συντροφεύει το μπαμπά του στο δρόμο και ξέρει ότι δεν θα ζητήσει τίποτα για δώρο, γιατί αυτό είναι το δώρο του για τον μπαμπά του.
Ενα χεράκι που χωράει όλον τον κόσμο.

*

Εγώ το ήξερα ότι δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης και το βαθύ προτοκαλί αυτοκινητάκι που θυμάμαι ως πρώτο χριστουγεννιάτικο δώρο μου το έφεραν ο μπαμπάς και ο παππούς από το Ναύπλιο, αλλά κάθε χρόνο τον συναντάω το γέροντα, με τα λευκά μαλλιά, τα μακριά γένια και το πνεύμα του που λάμπει λοξά στα μάτια του. Κάθε χρόνο τον συναντάω. Στο δρόμο. Μου κλείνει το μάτι η στιγμή κι αυτό είναι το πνεύμα των Χριστουγένων. Αυτό. Σκέτο. Και φέτος τον είδα. Μου έκλεισε το μάτι η αλήθεια και το παραμύθι έλαμψε πιο φλογερό κι από τη χρυσόσκονη όλου του κόσμου. Έσερνε ένα σάκο σκουπίδια. Και κοιμόταν έξω τη νύχτα. Δίπλα σε ένα πάρκο. Έξω από μια τράπεζα. Με μια κουβέρτα. Και χαμογελούσε με χαλασμένα δόντια. Και τα μάτια του άστραφταν, λυπημένα, όσο το σαξόφωνο της πόλης έπαιζε το σκοπό του κι έπαιρνε τη θλίψη και την έκανε να αιωρείται ψηλά, μελωδία. Τάχα μου χριστουγέννιατικη μελαγχολία.



Tuesday, December 15, 2009

"πού ΄ναι τα φτερά;"


Μια αφήγηση που θέτει ως καταληκτική ημερομηνία τον Ιανουάριο του 1974. Ας θυμηθεί όποιος έζησε εκείνα τα χρόνια, την ατμόσφαιρά τους κι όποιος δεν υπήρχε, ας ονειρευτεί το παρελθόν με τα δικά του φτερά.
Προσπαθώ να θυμηθώ τον αναβρασμό που κυρίευε τις καρδιές εκείνον τον καιρό και αισθάνομαι ότι η δημιουργός έκλεινε τους λογαριασμούς του παρελθόντος μέσω του λογοτεχνικού κώδικα. Τακτοποιούσε με τη μυθοπλασία έναν κόσμο που περνούσε στο μετά της Μεταπολίτευσης.
Ένας μονόλογος ενός μικρού κοριτσιού που διαθέτει το πείσμα και τα κότσια να περιγράψει τον κόσμο του '50 μέσα από τα μάτια του. Θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφικό το έργο, όπως γράφει η Μάρω Δούκα στο εσώφυλλο της αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου της "πού 'ναι τα φτερά" που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ποιο έργο δεν είναι αυτοβιογραφικό για τον εμπνευστή του, από τη στιγμή που ακόμη κι αν δεν περιγράφει τη ζωή του, αποκαλύπτει για κείνον μύχιες πλευρές του εαυτού του; Που ίσως δεν θα ανακάλυπτε και ο ίδιος για τον εαυτό του αν δεν επιχειρούσε να γράψει το εκάστοτε βιβλίο...
Ζωντανή λογοτεχνία, με ειλικρίνεια, ρυθμό και πάθος. Μια νουβέλα που λάμπει με τη γεμάτη χυμούς γλώσσα και την εμμονή αυτού του κοριτσιού να λέει αλήθεια, τη δική του αλήθεια.

*


Θαυμάζω τη λογοτεχνία της Μάρως Δούκα, όπως θαυμάζω τη λογοτεχνία του Σωτήρη Δημητρίου. Απερίφραστα. Όπως γράφουν κι εκείνοι. Και οι δυο τους έχουν έρθει από την επαρχία στην Αθήνα και στα βιβλία τους έχουν ζωντανέψει το δικό τους κόσμο που συγγενεύει με το δικό μου κόσμο. Των ανθρώπων. Και της επαρχίας της δικής μου. Ίσως γι' αυτό να αγαπώ  τα βιβλία τους λίγο παραπάνω. Γιατί καταλαβαίνω λίγα παραπάνω απ' αυτά που  λένε και γι' αυτή την κοφτερή τους ματιά που δεν φοβάται να πει για τον εαυτόν της ότι είναι λοξή.
Στη συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο "Τα ζύγια του προσώπου", ο αναγνώστης βρίσκει αυτό που περιμένει: τον παιγνιώδη,  άφοβα περιπαικτικό, ευρηματικό διηγηματογράφο. Που δεν φοβάται να τραβάει το χαλάκι κάτω από τα πόδια του αναγνώστη του. "...δεν γίνεται να έχουμε αντανακλαστικά και στην ζωή και στην τέχνη...". Κάποιες ιστορίες του είναι σπαρακτικές. Σε άλλες, "λέει" με τον πιο φυσικό τρόπο τη μεγαλύτερη αγριότητα.
Απόλαυσα το διήγημα με τον τίτλο "Τέσπα", που χρησιμοποιεί την εμπειρία της διόρθωσης  και της επιμέλειας των βιβλίων του για να δώσει λίγη παράταση ζωής ακόμα σε μια λέξη. Ας τη βοηθήσουμε λοιπόν: Τέσπα.
Εκείνο που με εντυπωσιάζει στη γραφή και των δύο δημιουργών είναι τα δικά τους, ολόδικά τους φτερά που παίρνουν τον αναγνώστη επάνω τους και τον ταξιδεύουν μέχρι την ψυχή του. Τον βαραίνουν με αλήθεια και τον αλαφρώνουν πάλι χάρη σ' αυτή. Δαίδαλοι και Ίκαροι. Γιατί τι είναι η λογοτεχνία; Ένα πέταγμα μέχρι τον καυτό ήλιο δεν είναι ή μέχρι ένα σκοτεινό φεγγάρι; Μια τέχνη να ξεγελάσουμε για λίγο τη ματαιότητα, κομψά και με πείσμα.



Thursday, December 10, 2009

Δρόμοι (updated)


Είναι από τους δρόμους που χαίρεσαι να περπατάς.
Είναι δρόμοι που διασταυρώνεσαι
που συναντάς άλλους ανθρώπους.
Ωραίους ανθρώπους.
Που επιλέγουν τη ζωή.
Και για τους άλλους.
Αν είναι ωραία
στο Μπαζάρ
-που είναι πολύ ωραία-
είναι χάρη στους ανθρώπους του.
Στη ζεστασιά, τη μεγάλη αγκαλιά που ανοίγουν
και κλείνουν μέσα της όσους το χρειάζονται.
Ποιος από μας δεν το χρειάζεται;



*****Προλάβαμε να πάρουμε γλυκό καρυδάκι και μελιτζανάκι, μαρμελάδα φράουλα με πιπέρι  και κανέλλα, λικέρ κεράσι και βύσσινο, ρακόμελο, λικέρ τριαντάφυλλο, πανέμορφα σκουλαρίκια και τέλειο βαζάκι για τα κουμπιά μας με καρφιτσερό, παρακαλώ, στην κορυφή του. Εκείνο που με βασανίζει είναι το ποιος έφτιαξε εκείνα τα θεϊκά μπισκοτάκια  βουτύρου αρωματισμένα με φασκόμηλο... Τα ανοίξαμε στο δρόμο και νομίζω ότι κάπως έτσι είναι η γεύση της ζωής...






Monday, December 07, 2009

Η λογοτεχνία των επιζώντων

Διάβαζα για την πώληση της γραφομηχανής του Cormac McCarthy και σκέφτηκα ότι υπάρχει στην Ελλάδα ένας συγγραφέας που μοιάζει να έχει φτιαχτεί από το ίδιο λογοτεχνικό ορυκτό με κείνον στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Μιλάω για τον Κυριάκο Αθανασιάδη, όπως τον γνωρίζει ο αναγνώστης του μέσα από τις ιστορίες που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις δήγμα με τον τίτλο "Κακορραφίες-Το Έπος". Πρόκειται για μια λογοτεχνία που σημαίνει επιβίωση. Που γράφεται, λες, γι' αυτό. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει την πραγματικότητα μέσα από το αρνητικό της. Αρχέγονες σκιές που αναδύονται από το επικίνδυνο μεταίχμιο ασυνείδητου-συνειδητού. Νομίζεις ότι ξυπνάς από έναν εφιάλτη και εκεί στο ανάμεσο του ονείρου -που μαστίζεται από το κακό- και της αφύπνισης, είναι σαν να μετράς τις επικές διαστάσεις του κακού, αφού πια δεν μπορούν να σε καταπιούν, γιατί έχεις σκοπό να ξυπνήσεις.

*
 Όσο σκοτεινά είναι τα κείμενα του Αθανασιάδη, τόσο λάμπει η λογοτεχνία του. "...Ήξερα πως το κλειδί μου δε θ' άνοιγε ποτέ πια αυτή την πόρτα -αυτή την κλειδωμένη πόρτα- κι ατένισα τον ουρανό. Ω, τι μαύρο, τι εβένινο μεγαλείο!...". Απευθύνεται ο συγγραφέας σε ένα αδιερεύνητο ψυχικό σύμπαν που συστέλλεται και διαστέλλεται με έναν και μοναδικό καταλύτη: το κακό. "...Το κακό ξέρει πάντοντε τα πάντα...". Κι εκεί στην απόκοσμη ατμόσφαιρα των ηρώων του, στην παράνοια, το φόβο τους, στην ασφυξία και τον εγκλωβισμό τους που έρχεται και σε πλακώνει στο στήθος, που σου στερεί την ανάσα, που σε καταλαμβάνει η δική τους αγωνία, είναι σαν να πετυχαίνει ο δημιουργός να επανασυγκολλήσει με έναν αλλόκοτο τρόπο τα σκοτεινά νήματα του ίδιου σου του μυαλού. "...χρειάζομαι γιατρό ή μάγο για ν' απαλλαγώ από το πρόσωπό μου;...". Δεν ξέρω πώς μπορεί και αντικρίζει αυτές τις αβύσσους του ανθρωπίνου μυαλού ο Αθανασιάδης και τις κάνει μαζί και μια πυκνή, συνεκτική και περιεκτική λογοτεχνική αφήγηση που ακροβατεί στα ίδια σχοινιά με τους δολοφόνους και τα θύματα των ιστοριών του. Το ενδιαφέρον αυτής της έκδοσης των ιστοριών του είναι ότι, ενώ είναι σκόρπιες και γραμμένες μέσα σε μια εικοσαετία σε διάφορες γραφομηχανές  -νοικιασμένες και δικές του- και στο χέρι και σε υπολογιστή, κάποιες έχουν εκδοθεί πάλι αλλού, συγκροτούν ένα τόσο αρραγές σύνολο. Σπουδαία γραφή που ταράζει κι ας μην έχει αυναίσθηση του τι έχει φτιάξει ο ίδιος της ο δημιουργός, όπως προκύπτει από το σημείωμά του στο βιβλίο.

*
"...Ήθελε στις σελίδες που έγραφε τ' απογεύματα να τρέχει αίμα, και να κυλάνε δάκρυα από απόγνωση, λύτρωση κι αυτό έμοιαζε να είναι παραδοχή...". Στις ιστορίες του τον Αθανασιάδη τον απασχολεί και η γραφή από μόνη της, ως πράξη ελευθερίας θα έλεγα εγώ. Εκείνος αφήνει να υπονοηθεί  ότι πρόκειται για μια δράση υπέρτατης σκλαβιάς και ματαιότητας. Το κείμενό του με τίτλο "Σήματα λυγρά" είναι μία ιστορία που αγάπησα και αισθάνομαι ότι δικαιώνει με την ομορφιά της την ίδια τη λογοτεχνία. "...η ευτυχία θέλει μια ικανή δόση δυστυχίας για να ευδοκιμήσει στην καρδιά σου...".


Thursday, December 03, 2009

Συμβιβασμοί


Έχω ένα μεγάλο κακό, ένα πολύ μεγάλο κακό: μόλις συναντήσω έναν άνθρωπο, αλλά να τον συναντήσω πραγματικά, λέμε, μόλις τον καταλάβω, τον αγαπήσω, τον πιστέψω γι' αυτό που είναι, βλέπω να απλώνονται μπροστά του οι καλύτερες πλευρές, οι μεγάλες δυνατότητες αυτού που είναι και μέχρι ένα σημείο κι εκείνος για να μην με απογοητεύσει με αφήνει να πιστέψω ότι θα τους ακολουθήσει αυτούς τους ορίζοντες. Πρώτος συμβιβασμός.
*
Το να επιδιώξει δηλαδή την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Δεν με ενδιαφέρει να πετύχει, με ενδιαφέρει να μείνει πιστός στον εαυτόν του. Ποιος είναι όμως ο εαυτός του; Αυτός που ήταν πριν τον δω εγώ με τα δικά μου μάτια ή αυτός που είδα τελικά εγώ; Επιτυχία ή ευτυχία; Γιατί συνδεόνται αυτά τα δύο; Επί και ευ, αποθεμένα στην τύχη.
*
Πολύ μεγάλες απαιτήσεις, όμως. Πολύ μεγάλες. "Δεν είσαι κι εσύ εύκολος άνθρωπος, Σταυρούλα", λέει η φίλη μου η Δ. Κι έρχεται η ώρα που ο άλλος αποφασίζει να γυρίσει πίσω. Γιατί δεν μπορεί άλλο να υπηρετήσει το ψεματάκι που ξεκίνησε για μια στάλα αποδοχή. Λογικό, ανθρώπινο. Μακριά από τις προσδοκίες που με έχει κάνει να πιστέψω ότι ήταν δικές του, γιατί προφανώς δεν ήταν. Δικές μου ήταν και δεν είχα το δικαίωμα, βέβαια. Και τότε κανονικά εγώ θα έπρεπε να κάνω το δικό μου συμβιβασμό, το δεύτερο στη σειρά, για να μείνει ένα συν από τη συνάντησή μας. Αλλά εγώ αρνούμαι να τον κάνω τον συμβιβασμούλη που φαίνεται αρχικά ότι δεν μου κοστίζει και πολύ να τον κάνω, μάλλον μου κοστίζει περισσότερο να μην τον κάνω. Και το συν γίνεται ένα ωραιότατο, μονό και μόνο του, πλην. Από τη συνάντηση αποσύρω το συν, που κανονικά θα έπρεπε να το προσθέσω σε ένα συμβιβασμό.
*
Μα, γιατί ρε παιδάκι μου; Πρέπει να είναι ωραίοι οι συμβιβασμοί, πρέπει να είναι πολύ ωραίο πράγμα. Τόσοι καταφέρνουν και τους κάνουν, τόσοι τους απολαμβάνουν, εσύ γιατί λυσσάς να μην βάλεις το συν στο συμβιβασμό; Και καταλήγεις σε ένα υπό του υποβιβασμού μέσα σου του άλλου;
*
Γιατί δεν μπορώ να ζούμε φοβισμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί, όπως γράφει ο Γεώργιος Χοιροβοσκός, κι εγώ το αντιστρέφω, δεν "πρέπει να ζήσουμε αναγκεμένοι". Ανάγκη είναι και η αγάπη και η αναγνώριση και η αποδοχή, αλλά, ρε γαμώτο, είναι αγάπη και αναγνώριση και αποδοχή πραγματική, άμα έχουν γίνει με συμβιβασμούς; Είναι;
Κι είναι τόσο μικρή αυτή η ζωή για να είναι πνιγμένη στους συμβιβασμούς. Είναι τόσο μικρή κι εσύ δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να προσθέτεις συν  στους συμβιβασμούς σου κι εγώ λυπάμαι,  σωρεύοντας τα δικά μου πλην που γιγαντώνονται σε συν τεράστια, στρέμματα σταυροί, φτιαγμένοι από άπειρα πλην, μονά και μόνα τους.